ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΕΙΟΜΑΡΞΙΣΜΟΣ


Γράφτηκε: 10 Δεκέμβρη 1930 εώς Μάρτη 1931
Πρωτοδημοσιεύτηκε: «Σπάρτακος» φύλ. 6, 7, 8-9 1930-1931
Πηγή: «ΣΠΑΡΤΑΚΟΣ – Κείμενα 1930-1932» Εκδόσεις «Ουτοπία», Αθήνα, Δεκέμβρης 1986
Ψηφιακή μορφή: Βασίλης Φράγκος
HTML: Αντώνης Μεγρέμης για το Αρχείο των Μαρξιστών στο Ίντερνετ


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Ο αρχειομαρξισμός είναι ρεύμα που εμφανίζεται ειδικά στο ελληνικό εργατικό κίνημα. Ασθενέστατα μόνο προμηνύματά του συναντούμε στον «Κομμουνισμό» και στις αρχές της έκδοσης τους «Αρχείου Μαρξισμού». Η ομάδα του περιοδικού «Κομμουνισμός» συγκέντρωσε στα 1919-1920 - πρώτα χρόνια του επαναστατικού πρωτογονισμού μας - ένα μίγμα από σπέρματα του αρχειομαρξισμού (Τζουλάτης) και από αριστερά κομματικά στοιχεία (Πυλιώτης), που αυτά στο τέλος επικρατήσανε και διαλύσανε τον «Κομμουνισμό» μέσα στο Κόμμα. Οι πρώτες πάλι εκδόσεις του «Αρχείου Μαρξισμού» δεν είχανε τίποτα το τυπικά αρχειομαρξιστικό. Στα τέλη 1922 ή το Γενάρη 1923 ο κατόπιν αρχηγός των αρχειομαρξιστών Γιωτόπουλος, δε θεωρούσε ανώφελο να αγωνίζεται μαζί μας την αναμόρφωση της Κομμουνιστικής Νεολαίας στην Αθήνα.

Ο αρχειομαρξισμός σαν καθορισμένο ρεύμα - κατά το βαθμό που μπορούμε να μιλούμε γι’αυτόν σαν για ένα καθορισμένο ρεύμα - γεννήθηκε στις αρχές του 1923. Τότε απότυχε οριστικά η προσπάθεια να γίνει κομματικό όργανο το «Αρχείο Μαρξισμού», τότε αποκρυσταλλώθηκαν οι πρώτες αρχειομαρξιστικές ομάδες στην Αθήνα και εκδηλώθηκε η πρώτη βίαια σύγκρουση τους με τα μέλη της εκεί κομματικής οργάνωσης.

Ο αρχειομαρξισμός δημιουργήθηκε ιστορικά μέσα σε μία ανοιχτή σύγκρουση προς το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος. Αυτό ήταν από την πρώτη γέννηση και είναι σταθερά μέχρι σήμερα το ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα στην εκδήλωση του αρχειομαρξισμού. Ο αρχειομαρξισμός είναι ένα ρεύμα βαθύτατα και κυριώτατα αντικομματικό: Ζητεί πρώτα από όλα και με κάθε τρόπο να διαλύσει το Κ.Κ.Ε.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό στην εκδήλωση του αρχειομαρξισμού, που τόνε ξεχωρίζει από τις άλλες τάσεις του εργατικού κινήματος τις εχθρικές προς το Κ.Κ.Ε., είναι ότι: ο αρχειομαρξισμός πολεμά το Κόμμα εν ονόματι του κομμουνισμού, εν ονόματι των ιδεών του Μάρξ και του Λένιν. Έτσι δικαιολογεί ο ίδιος και την ονομασία του. Αυτά είναι τα γνωρίσματα του ρεύματος τούτου στην εξωτερική του εκδήλωση.

Μα και στη βαθύτερή του ουσία είναι αδύνατο να εξετάσουμε τον αρχειομαρξισμό αν δεν τον αντικρίσουμε σαν μία σκιά που παρακολουθεί το Κόμμα σαν παράσιτο μαζί και αντίποδα του Κόμματος, σαν ένα αλλόκοτο - μα που ως τόσο έχει κι αυτό τη διαλεχτική του εξήγηση - ελληνικό Αντι-κόμμα.

Ο αρχειομαρξισμός είναι τέτοιος ή αλλοιώτικος ανάλογα με την εκτίμηση που κάνουμε για τον αντίποδα του, που σ’ αυτόν οφείλει την ύπαρξή του, αφού χάρη σ’ αυτόν υπήρξε και υπάρχει, δηλαδή για το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας.

***

Ότι το Κ.Κ.Ε. είναι ένα πολιτικό κόμμα, 12 χρόνια τώρα ζεί και παίρνει ένα οποιοδήποτε μέρος στους πολιτικούς αγώνες της χώρας, είναι κάτι αδιαφιλονίκητο. Φανερό είναι επίσης πως το χαρακτήρα ενός πολιτικού κόμματος δεν τόνε καθορίζει ούτε η κάθε φορά οργανωτική του κατάσταση (δε λέω η οργανωτική του μορφή, γιατί τούτη είναι πραγματικά ένα από τα σημάδια, για το χαρακτήρα του κόμματος), ούτε πάλι αριθμητικές πράξεις πάνω στις νίκες και στις ήττες, στις επιτυχίες και στις αποτυχίες που εσημείωσε στη ζωή του το κόμμα αυτό. Τον ιδιαίτερο χαρακτήρα μιας πολιτικής οργάνωσης τον καθορίζει η ιδιαίτερη τοποθέτηση της πάνω στο στίβο του αγώνα των τάξεων γενικά.

Από την άποψη αυτή το Κ.Κ.Ε. ακόμη και από την πρώτη του εμφάνιση ως Σοσιαλιστικό Εργατικό (Κομμουνιστικό) Κόμμα είναι: 1.κόμμα της εργατικής τάξης, 2.το κόμμα των ελλήνων εργατών, 3. ένα κόμμα επαναστατικό (το τελευταίο, μετά την οριστική απομάκρυνση της σοσιαλιστικής δεξιάς του στα 1923).

***

1. Είναι, πρώτα, κόμμα προλεταριακό. Όχι απλώς και μόνο γιατί ιδρύθηκε από ένα τμήμα, το πιο συνειδητοποιημένο ταξικά, του ελληνικού προλεταριάτου και μέχρι και σήμερα παρ’όλες τις οργανωτικές του παλίρροιες, παρ’ όλη την εισχώρηση σ’αυτό στοιχείων λουμπεν-προλεταριακών, λουμπεν-προσφυγικών και μικροαστικών που σήμερα μάλιστα παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στην ηγεσία του, ως τόσο διατήρησε δίχως αμφιβολία μία σύνθεση μελών προλεταριακή. Μα και - κυρίως - επειδή η προσπάθειά του αφιερώθηκε αποκλειστικά στη συνδικαλιστική και πολιτική οργάνωση των ελλήνων εργατών, στην αποσπασή τους από τις αστικές επιρροές και ταξική του συνειδητοποίηση, στην κινητοποίηση τους σε πάλη ενάντια στην ελληνική μπουρζουαζία. Δεν υπάρχει πανελλήνια, τοπική ή κατ’ επάγγελμα συνδικαλιστική οργάνωση με κάποιους αγώνες τελεσφόρους ή ανεπιτυχείς για τα ζωτικά συμφέροντα των ελλήνων εργατών που στην ίδρυση της και στην κατοπινή της δράση να μην πρωτοστάτησε το Κ.Κ.Ε. με τους αγωνιστές του. Κι’αυτή η ανέκαθεν ρεφορμιστική στην επίσημή της κατεύθυνση Π.Ο.Σ. στάθηκε δημιούργημα αποκλειστικά της γενικής οργανωτικής πνοής που εμφύσησε το Κ.Κ.Ε. ανάμεσα στο προλεταριάτο στα 1918-1921, και η ενδοξότερή της δράση για τα συμφέροντα των σιδηροδρομικών συμπίπτει με την περίοδο όπου η ισχυρότατη μέσα σ ‘αυτή αριστερή αντιπολίτευση των οπαδών του Κ.Κ.Ε. ενσάρκωσε και κατηύθυνε γερά την πίεση της μάζας των σιδηροδρομικών πάνω στον μεγάλο αυτόν μα δυσκίνητο συνδικαλιστικό οργανισμό. Το ίδιο αληθεύει και για τη Ναυτεργατική Ομοσπονδία. Το μοναδικό τμήμα της εργατικής τάξης που βρέθηκε έξω από την ακτίνα της οργανωτικής προσπάθειας του Κ.Κ.Ε., οι φορτοεκφορτωτές, έμειναν έρμαιο των εργατοκαπήλων και σοσιαλεργολάβων (τύπου Καλομοίρη), αποτέλεσαν το κέντρο της κακοηθέστερης μορφής αστικής επιρροής πάνω στους εργάτες και χτες δώσανε το μοναδικό μαζικό στήριγμα στο έργο του εκφυλισμού του ανώτατου επαγγελματικού οργανισμού των εργατών (μετατροπή της Γ.Σ.Ε. σε παράρτημα του κρατικού μηχανισμού). Κατά διαστήματα όπου κάτω από τα χτυπήματα της αστικής καταπίεσης και κάτω από την εντύπωση νωπών ηττών ο αγώνας της εργατικής τάξης εκόπαζε προσωρινά, ένα πάντα τμήμα του ελληνικού προλεταριάτου ύψωνε ηρωϊκά τη σημαία της αδιάλλακτης πάλης των τάξεων, το πιο βαθιά αφοσιωμένο στο Κ.Κ.Ε., οι 50.000 καπνεργάτες. Και, επιτέλους, αν τα δικαστήρια και φυλακές και τα ξερονήσια της ελληνικής μπουρζουαζίας γνωρίσανε μέχρι σήμερα εργάτες και διανοούμενους που με αυταπάρνηση δέχτηκαν να θυσιαστούν για τα ιστορικά συμφέροντα του προλεταριάτου - και γνωρίσανε χιλιάδες τέτοιους μέσα στην τελευταία 12ετία - όλοι αυτοί, ανεξαίρετα όλοι, με τη σημαία του Κ.Κ.Ε. πολέμησαν και αυτό τους ενέπνευσε τον ανώτερο ενθουσιασμό της αυτοθυσίας.

Τα γεγονότα αυτά τα αγνοούνε μόνον οι φανατικοί εχθροί του προλεταριάτου, οι πολιτικοί συκοφάντες και οι ανόητοι. Ακόμη μπορούν να τα παραγνωρίζουν και ερασιτέχνες της επαναστατικής πολιτικής από το εξωτερικό, που περνώντας για λίγες μέρες από την Ελλάδα θα επιθυμούσανε τυχόν για συμπλήρωση των περιηγητικών τους εντυπώσεων να ρίξουνε και μία από τις συνηθισμένες τους ανεύθυνες ματιές στο ελληνικό προλεταριακό κίνημα. Στην τελευταία κατηγορία μου φαίνεται πως ανήκει και ο ψευδώνυμος Ray που τις περιηγητικές εντυπώσεις του από την Ελλάδα τις δημοσίευσε σε πρόσφατο φύλλο του το όργανο της Γαλλικής Κομμουνιστικής Λίγκας (Αντιπολίτευση). Οι ενδιαφέρουσες αυτές εντυπώσεις, καθώς είναι γνωστό, συνοψίζονται στο ότι το παρελθόν του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος είναι περίπου μία προδοσία και το παρόν του σχεδόν μηδέν. Εκείνο που καταπλήσσει δεν είναι βέβαια τόσο η κατάφωρη αντίφαση των ερασιτεχνικών αυτών εντυπώσεων προς τον τίτλο της εφημερίδας που τις δημοσίεψε («Verite»-»Αλήθεια»), όσο η διαπίστωση ότι το Προσωρινό Διεθνές Γραφείο της Κομμουνιστικής Αντιπολίτευσης βασίστηκε πάνω σ’ αυτές για να πάρει μία θέση απέναντι στο ελληνικό ζήτημα και να χρησιμοποιήσει μεθόδους που δημιουργούνε μία πρωτοφανή πολιτική σύγχυση και που κάθε οπαδός του «Σπάρτακου» οφείλει να τις απορρίψει ως απόλυτα απαράδεκτες.

***

2. Το Κ.Κ.Ε. είναι το μοναδικό εργατικό κόμμα στην Ελλάδα. Αν μπόρεσε να διατηρήσει το πολιτικό μονοπώλιο και να ματαιώσει αλλεπάλληλες απόπειρες για δημιουργία άλλων εργατικών κομμάτων στη χώρα, τούτο τελικά δε μπορεί να οφείλεται παρά στον αδιάρρηκτό του δεσμό με την εργατική τάξη και τις ιστορικές της τύχες. Όποιος μηχανικά θα ζητούσε να εξηγήσει το φαινόμενο με τη Ρωσική Επανάσταση και με την «ενίσχυση της Μόσχας» [Α] δε θα έχει κατανοήσει ότι κατά τίποτε απολύτως δε μειώνεται η αξία του Κ.Κ.Ε. σαν κόμματος με δικές του, αυθύπαρκτες ελληνικές ρίζες και πολιτικές βάσεις από το γεγονός ότι ο οριστικός σχηματισμός του ελληνικού προλεταριάτου είναι μεταπολεμικός και ότι, στη χώρα μας, με τις αλληλοδιάδοχες πολεμικές της περιπέτειες και το προσφυγικό ζήτημα, η μεταπολεμική κρίση και η απαθλίωση των εργαζομένων μαζών στάθηκαν διαρκέστερες, οξύτερες και πιο δυσανάλογες προς την αντοχή του αστικού οικονομικού μηχανισμού της. Αυτά είναι τα αντικειμενικά δεδομένα που έκαμαν ώστε το ελληνικό εργατικό κίνημα να βρίσκεται εξαρχής του βαθύτατα επηρεασμένο από την ψυχολογική και ιδεολογική τάση προς την Επαναστατική Διεθνή. Αυτός είναι κι ο βασικός λόγος που αποτύχανε όσοι διεκδικήσανε το πολιτικό μονοπώλιο από το Κ.Κ.Ε. μέσα στους εργάτες. Δεν πρόσεξαν πως όλο το ταξικό συνειδητό και πολιτικά μάχιμο τμήμα του ελληνικού προλεταριάτου είναι από αναγκαιότητα ιστορική και αντικειμενική κάτω από την ακτινοβολία της Οχτωβριανής Επανάστασης, της Γ’ Διεθνούς και του εθνικού της τμήματος στην Ελλάδα. Έξω από τον κύκλο της ακτινοβολίας αυτής δεν υπάρχουν έλληνες προλετάριοι με συνείδηση τάξης. [B]

***

3. Τέλος, το Κ.Κ.Ε. είναι ένα επαναστατικό κόμμα. Όχι μόνο η καθαρά προπαγανδιστική του εργασία και η πολιτική ζύμωση που διεξάγει, μα και η πολιτική του δράση γενικά και οι μέθοδες - σωστές ή σφαλερές κάθε φορά - που χρησιμοποιούσε πάνω στη δράση αυτή, αποτελούν μέχρι σήμερα μια καθαρή άρνηση αυτών των βάσεων του καπιταλιστικού καθεστώτος, του ρεφορμισμού και της συνεργασίας των τάξεων. Όταν ο «φιλελεύθερος» κοινοβουλευτικός δικτάτορας (Βενιζέλος) μαζί με τον κ. Ζαβιτσιάνο, εισηγούμενοι τον περιβόητο νόμο για το «ιδιώνυμο», εδήλωναν στη βουλή ότι μ’αυτόν οπλίζουν το αστικό κράτος ενάντια στο Κ.Κ.Ε. ορθά διέβλεπαν το μοναδικό μέσα στη χώρα επικίνδυνο εχθρό του αστικού καθεστώτος.

Υπήρξαν μέσα στο 12χρόνο αυτό διάστημα της ύπαρξης του Κόμματος απεργιακές συγκρούσεις και εργατικές εξεγέρσεις σε πανελλήνια κλίμακα που ενσαρκώσανε τον ταξικό ανταγωνισμό προλεταριάτου και μπουρζουαζίας με πρωτοφανή για τα Βαλκάνια επαναστατική οξύτητα (πάνω από 5 μεγάλες πανκαπνεργατικές απεργίες, τρεις πανσιδηροδρομικές, η αιματηρή πανελλαδική απεργία του 1923): Πρωταγωνιστής τους το Κ.Κ.Ε. Είναι χαρακτηριστικό ότι, αντίθετα με την ιστορική προδοσία των ευρωπαϊκών σοσιαλπατριωτικών κομμάτων στο μεγάλο πόλεμο, το Κ.Κ.Ε. ακόμη και στην πρώτη του φάση, ως Σοσιαλεργατικό, κράτησε τη σωστή αντιπολεμική στάση και καταδίκασε τη μικρασιατική εκστρατεία ως αποικιακή ληστρική, παρ’ όλη του την επαναστατική νηπιότητα. Και τη σποραδική και ανοργάνωτη γενικά αντιμιλιταριστική εργασία των επαναστατών πολεμιστών στο μέτωπο, πάλι το Κόμμα αυτό με τα μέλη του και τους οπαδούς του, αν όχι με τη διοίκησή του, την έκαμε. Η θεωρία του «αμυντικού πολέμου» στη Θράκη (1922) δεν ήτανε του Κόμματος ούτε για μία στιγμή. Έμεινε ατομική γνώμη των κ.κ. Γ. Γεωργιάδη και Άρ. Σίδερη που βρέθηκαν αμέσως τότε έξω από τις γραμμές του Κόμματος. Είναι ακόμη χαρακτηριστικότερο ότι το Κόμμα αναπτύχθηκε μέσα σε μία διαρκή πάλη ενάντια στις δεξιές τάσεις που πάντοτε ενστικτωδώς το Κόμμα διαισθάνθηκε κι’ απόκρουσε τον κίνδυνο τους. Ύστερα τα περισσότερα πολιτικά σφάλματα του Κόμματος βρίσκονται πάνω στην γραμμή του υπεραριστερού και όχι του δεξιού οπορτουνισμού. Επήγασαν όχι από απαράδεκτες υποχωρήσεις μπρος στη μπουρζουαζία και λησμόνημα του τελικού σκοπού, αλλά από απολίτικο επαναστατικό δογματισμό που στένευε τη μαζική βάση του Κόμματος. Κι’αυτό ακόμη το σύνθημα «Αριστερή Δημοκρατία» που οι σημερινοί σταλινικοί ρίξανε στα 1926 και που με την ίδια διαίσθηση το Κόμμα σύσσωμα το απόκρουσε ως οπορτουνιστικό, την αρχική πηγή του την είχε σε μία ανόητα υπερεπαναστατική εκτίμηση της μεταπαγκαλικής κρίσης: γι’αυτούς η πτώση του Πάγκαλου άνοιγε την περίοδο της τελειωτικής επαναστατικής εφόδου για την εξουσία με προσωρινή μεταβατική φάση σαν εκείνη της «επαναστατικής δημοκρατικής δικτατορίας εργατών και χωρικών» που υιοθέτησαν οι μπολσεβίκοι στα 1905!

Εξ’ άλλου, αν η καθαρά οπορτουνιστική γραμμή του μπλόκ Στάλιν -Μπουχάριν στο ζήτημα της αγγλορωσσικής επιτροπής, της κινέζικης επανάστασης, των αποικιακών χωρών, της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης γενικά, και η εθνικορεφορμιστική θεωρία του «σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα» έγιναν υπαλληλικά και χωρίς συζήτηση δεχτές από τη σταλινική γραφειοκρατία του Κ.Κ.Ε., όμως, ως τόσο είναι γεγονός ότι από το 1927 κι εδώθε όλες σχεδόν οι πολιτικές αντιδράσεις του Κόμματος στα ελληνικά ζητήματα στάθηκαν κατά βάθος, συνειδητά ή ασυνείδητα, πάνω στη γραμμή εκείνου που στο λεξιλόγιο της Διεθνούς Αντιπολίτευσης λέγεται υπεραριστερός τυχοδιωκτισμός (Aventur-ismus) [Γ]. Σ’αυτόν κυρίως το Κόμμα χρεωστά τις τωρινές του πολιτικές και οργανωτικές απώλειες.

Τέλος η αδυναμία του Κ.Κ.Ε να δώσει μια προλεταριακή λύση στη μικρασιατική καταστροφή, καθόλου δε θα μπορούσε ν΄ αφαιρέσει τον επαναστατικό χαρακτήρα από το Κόμμα. Οφείλεται κυρίως στη νεαρότητά του, στην ασήμαντή του επαναστατική χαλύβδωση και στην έλλειψη ισχυρού επιτελείου επαναστατών ηγετών. Πολύ μεγαλύτερα κόμματα δε χάσανε σε αντίστοιχες στιγμές τον επαναστατικό τους χαρακτήρα επειδή δε στάθηκαν στο ύψος των επαναστατικών καθηκόντων που έβαζαν μπροστά τους απότομες επαναστατικές καμπές της καπιταλιστικής κρίσης στη χώρα τους (Κ.Κ. της Γερμανίας στο φθινόπωρο 1923, Κ.Κ. της Βουλγαρίας στα 1923-1924). Δεν είναι μοναδικά στην ιστορία των κοινωνικών επαναστάσεων τέτοια φαινόμενα προσωρινής δυσαναλογίας των αντικειμενικών συνθηκών, που έβαλαν πολλές φορές με οξεία μορφή το πρόβλημα της άμεσης επαναστατικής ανατροπής, προς τους συνειδητούς συντελεστές της που δεν είχαν ακόμη ωριμάσει.

Αν όμως το Κ.Κ.Ε., είναι κόμμα της κοινωνικής επανάστασης κι όχι της κοινωνικής μεταρρύθμισης, όμως δε μπορούμε ακόμη να το ονομάσουμε κόμμα μαρξιστικό με όλη τη σημασία που έχει ο όρος, δηλαδή κόμμα που έχει αφομοιώσει στην ιδεολογία και στην πραχτική του την επαναστατική θεωρία του Μαρξ και την επαναστατική μέθοδο του Λένιν. Δεν είχε άδικο ο αντιπρόσωπος της Κ. Διεθνούς στο Έκτακτο Συνέδριο του Νοεμβρίου 1924 σαν έλεγε ότι το Κόμμα κάθε φορά είναι αντάξιο της διοίκησης που ’χει. Και το Κ.Κ.Ε. από το 1927 που επεκράτησε οριστικά η ομάδα της σταλινικής γραφειοκρατίας, απόδειξε πως η διαμόρφωσή του σε ένα αληθινό μαρξιστικό κόμμα βρίσκεται ακόμη μπροστά μας. Ο ιστορικός ρόλος μιας πραγματικά μαρξιστικής αντιπολίτευσης σε τελευταία ανάλυση είναι να υποβοηθήσει και ν α επιταχύνει την πορεία της τέτοιας διαμόρφωσης του Κόμματος, για την οποία το Κ.Κ.Ε., και μόνον αυτό στη χώρα μας, όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, έχει όλες τις υποκειμενικές και αντικειμενικές δυνατότητες.

Θεσσαλονίκη 10-12-1930

Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΕΙΟΜΑΡΞΙΣΜΟΥ

Στο προηγούμενο φύλλο του «Σπάρτακου» εξηγήθηκε για ποιους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς λόγους αποτύχανε μέχρι τώρα στην Ελλάδα οι απόπειρες να δημιουργηθεί άλλο κόμμα της εργατικής τάξης που να χτυπήσει το πολιτικό «μονοπώλιο» του Κ.Κ.Ε.

Κάποτε ένας από τους σταλινικούς που διοικούνε το Κόμμα διατύπωσε τη θεωρία ότι μια ελληνική Σοσιαλδημοκρατία θάβγαινε μέσα απ’ το Κομμουνιστικό Κόμμα, ενώ στις προοδευμένες καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης, αντίστροφα, ο Κομμουνισμός εβγήκε μεσ’ από τη Σοσιαλδημοκρατία. Η θεωρία αυτή έχει, πραγματικά, ένα κόκκο αλήθειας.

Βέβαια, προβληματική αποδείχτηκε η βιωσιμότητα του «Σοσιαλιστικού» ή «Εργατικού» Κόμματος, τα οποία κατασκευάσανε οι κ.κ. Γιαννιός, Γεωργιάδης κ.λπ. και οι απόπειρες των πρώτων ηγετών του Κ.Κ.Ε. να ξαναϊδρύσουν το παλιό Σοσιαλεργατικό Κόμμα ναυαγήσανε οικτρά. Και όμως, μεταβολές στην οικονομική και πολιτική κατάσταση και μεταπτώσεις μέσα στην εργατική τάξη παρόμοιες με εκείνες που στις ευρωπαϊκές χώρες αναζωογονήσανε και ενισχύσανε σημαντικά τη Σοσιαλδημοκρατία μετά το 1923, δεν έλειψαν ούτε από τη χώρα μας: Άμπωτη του επαναστατικού κύματος και της επαναστατικής ψυχολογίας γενικότερα, αλλεπάλληλες ήττες της επαναστατικής πρωτοπορίας, φαινόμενα σταθεροποίησης του καπιταλισμού.

Είναι γνωστό ότι η περίοδος αυτή στη Γαλλία ξαναζωντάνεψε τον χτυπημένο γερά στο Τουρ γαλλικό Σοσιαλισμό, ενώ στη Γερμανία την αναλογία 2:3 κομμουνιστών και Σοσιαλδημοκρατικών ψήφων την κατέβασε μετά το 1924 σε 1:3 (εκλογές 1928), και σε όλες τις χώρες η μεγάλη ήττα – συνθηκολόγηση της γερμανικής επανάστασης το φθινόπωρο του 1923 – που απετέλεσε και την προϋπόθεση της καπιταλιστικής σταθεροποίησης, συνοδεύτηκε από μια depression του εργατικού κινήματος και μια ενίσχυση της Σοσιαλδημοκρατίας. Την ευνοϊκή αυτή για μια Σοσιαλδημοκρατία κατάσταση στην Ελλάδα την ενισχύσανε σημαντικά και τα σφάλματα του Κόμματος, ο πολιτικός τυχοδιωκτισμός των σταλινικών που οδήγησε σε ήττες και η βαθιά εσωτερική κρίση του Κ.Κ.Ε. Ένα τμήμα των εργατών που ήταν μέσα στο Κόμμα ή το ακολουθούσε ή από τις συνθήκες της εξαθλίωσης άρχιζε με τη βοήθεια της γενικής ζύμωσης του Κόμματος να συνειδητοποιείται ταξικά, σπρωχνότανε τότε από τις νέες αυτές συνθήκες και από την εντεινόμενη πίεση της αστικής αντίδρασης με τα δικτατορικά καθεστώτα προς μια κατεύθυνση του μικρότερου κόπου και της ανωδυνότερης πάλης. Τις τάσεις αυτές στάθηκαν ανίκανες να τις επωφεληθούνε πολιτικά οι ανοιχτές σοσιαλδημοκρατικές απόπειρες. Αυτές αγνοήσανε ολότελα – και μάλιστα ήρθαν σε άμεση σύγκρουση προς την επαναστατική παράδοση του Κ.Κ.Ε. που αυτή εγαλούχησε το εργατικό μας κίνημα από το λίκνο του, και εστηρίχτηκαν σε χρεοκοπημένους προδοτικούς παράγοντες, περισσότερο ή λιγότερο γνωστά στους εργάτες όργανα των εργοδοτών και του κράτους. Ωστόσο όμως οι υποχωρητικές αυτές τάσεις βρήκανε τη διέξοδό τους και πήρανε μια οργανωμένη έκφραση: τον Αρχειομαρξισμό. Σε μερικές χώρες της Ευρώπης όπου παρουσιάστηκε με κάπως εντονότερη μορφή το φαινόμενο μιας μερικής αναστροφής του επαναστατικού ρεύματος προς τα πίσω, οι τάσεις αυτές αποκρυσταλλώθηκαν σε αρκετά ισχυρά κόμματα που βγήκαν από το Κ.Κ., συνέχισαν την «επαναστατική» εχθρότητα προς την προδοτική παράδοση της Β΄ Διεθνούς μα έμειναν κι έξω από την 3η Διεθνή (Tranmael Νορβηγία, όπου η Γ.Σ.Ε. έγινε και τμήμα της Κόκκινης Συνδικαλιστικής Διεθνούς – Hoeglund Σουηδία στα 1925).

Στη Ελλάδα οι ίδιες οπορτουνιστικές τάσεις είδανε το φως στη σκηνή του εργατικού κινήματος (σωστότερα: στα παρασκήνιά του) με τις αρχειομαρξιστικές μεταφράσεις του Λένιν στα χέρια. Φαινόμενο αδιαμφισβήτητο. Όλες οι στροφές του εργατικού κινήματος της τελευταίας οκταετίας που έφεραν ενίσχυση της αντίδρασης, της παθητικότητας και των υποχωρητικών τάσεων σε τμήματα του προλεταριάτου, συνδέονται και με μια πρόοδο του Αρχειομαρξισμού. Η μεγαλύτερη «άνθηση» του Αρχειομαρξισμού σημειώθηκε κατά την παγκαλική παρανομία μας. Τότε για πρώτη φορά οι σκοτεινές αρχειομαρξιστικές ομάδες μπαίνουν μονομιάς στη σωματειακή κίνηση, θέτουν τις βάσεις μιας ιδιαίτερης συνδικαλιστικής παράταξης, ταυτόχρονα με την υπεράσπιση στη Γ.Σ.Ε. των κίτρινων Καλομοιροστρατήδων. Παράλληλα, τη συστηματική τροφοδοσία του νέου ρεύματος είχε αναλάβει η ιδεολογική σύγχυση μέσα στο Κ.Κ.Ε., η εσωτερική πολιτική, οργανωτική και μορφωτική νέκρα του, ενισχυμένες ύστερα από την χονδροειδή γραφειοκρατική κατάπνιξη κάθε γνώμης των μελών. Νεοκαταχτημένα προλεταριακά στοιχεία (και μερικά αδιαμόρφωτα παλιά) τ’ αποσπούσαν οι περιστάσεις αυτές από το επαναστατικό κόμμα και τα έριχναν σε μια απεγνωσμένη αναζήτηση νέου «επαναστατικού» δρόμου που να ικανοποιούσε καλύτερα τις πολιτικές τους ανάγκες τις γεννημένες από νεοξυπνημένη ταξική τους συνείδηση.

Ο αρχειομαρξισμός είναι ένα πρωτότυπο ελληνικό υποκατάστατο της σοσιαλδημοκρατίας σε μια περίοδο που το κομμουνιστικό κίνημα δεν έχει ακόμη φτάσει στην οριστική του ιδεολογική αποκρυστάλλωση.

Αυτόν τον εσώτερο χαραχτήρα του ο αρχειομαρξισμός τον διατήρησε από την πρώτη του γένεση μέχρι σήμερα μέσα από όλες τις αντιφατικότητες και τις αλλόκοτες πρωτεϊκές μεταμφιέσεις του (από την απολιτική «καθαρά μορφωτική» του 1923 μέχρι την τροτσκιστική του 1930).

***

Σε περίοδο που η εργατική τάξη διεξήγαγε τους μεγαλύτερους αγώνες της ενάντια στη μπουρζουαζία (απεργιακά κινήματα και συγκρούσεις από το 1923 κι ύστερα) και οι ριζικές ανατροπές στην πολιτική κατάσταση (κίνημα Γαργαλίδη, Πάγκαλος, επαναστατική ανατροπή του κλπ.) άνοιγαν στο επαναστατικό προλεταριάτο το πιο ευρύ πεδίο πολιτικής ανάπτυξης, ένας όμιλος από μικροαστούς διανοουμένους, παλιά του Κόμματος και της Νεολαίας, που θέλησαν να είναι άγνωστοι στην εργατική τάξη και δεν πήρανε μέρος σε κανέναν από τους τόσους αγώνες της, επωφελήθηκαν την ευκαιρία και εμάζεψαν έναν αριθμό από μικροαστικά λουμπενπρολεταριακά στοιχεία, μερικούς εμποροϋπαλλήλους και καθυστερημένους εργάτες. Εκαλλιέργησαν ανάμεσά τους όχι καμιά προλεταριακή ψυχολογία και πολιτική συνείδηση επαναστάτη, παρά ένα μικροαστικό κουτσομπολιό και φανατικό μίσος ενάντια στα πρόσωπα του Κόμματος. Εκδώσανε βιβλία του Λένιν σε μεταφράσεις [Δ] και ιδρύσανε μυστικούς «κύκλους μορφωτικούς» όπου εδίδασκαν την «οικονομική εξέλιξη» με τρόπο μασονικό και νεφελώδη και χωρίς φυσικά κανένα μαρξιστικό περιεχόμενο. Έστειλαν φανατισμένους λουμπενπρολετάριους με φαλτσέτες και γκλόμπς για να ασκήσουν ατομική τρομοκρατία κατά επαναστατών εργατών οπαδών του Κόμματος συχνά σε στιγμές ακριβώς που οι σύντροφοι αυτοί αντιμετώπιζαν θαρραλέα τα όργανα της αντίδρασης. Κατασκευάσανε ένα μασονικό ιεραρχικό οργανωτικό σχηματισμό μορφής άγνωστης στη θεωρία του εργατικού κινήματος όλου του κόσμου – κι εχώρισαν τα μέλη τους σε κλειστές «ομάδες» και «συνεργεία» έτσι ώστε όχι μόνο η διοίκηση να μην εκλέγεται, όχι ο έλεγχος των μελών νάναι αδύνατος, αλλά ούτε να γνωρίζουν τα μέλη τους αρχηγούς των, όλη δε η οργάνωσή τους να διοικείται από έναν δύο μυστηριώδεις τύπους στην Αθήνα όπως η Μεγάλη Ανατολή της Μασονίας! Στα εργατικά σωματεία μέχρι πέρυσι ακολουθούσανε την εξωφρενική θεωρία της εξαθλίωσης («δεν χρειάζονται σωματεία γιατί θα εμπόδιζαν τη χειροτέρεψη της θέσης των εργατών που μονάχη της οδηγεί στον κομμουνισμό!»). Τελευταίως επήραν ενεργό μέρος στα συνδικάτα, μα όχι να βοηθήσουνε την επαναστατική παράταξη στην κατάχτηση των εργατών υπέρ του Κομμουνισμού, παρά για να ιδρύσουν ξεχωριστά σωματεία (στη Θεσ/νίκη π.χ. τα «Συνεργαζόμενα») για να πολεμήσουν με την ατομική τρομοκρατία ιστορικές οργανώσεις του προλεταριάτου που αδιάφορα από τις σημερινές αδυναμίες τους, έχουνε 15 χρονών ένδοξους αγώνες στο ενεργητικό τους, όπως το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης, ή για να εμποδίσουνε την οργάνωση των επαναστατών εργατών (απόπειρα διάλυσης του Ιδρυτικού Συνεδρίου της Ενωτικής Γενικής Συνομοσπονδίας) και στο τέλος να προσχωρήσουνε στην Κίτρινη Συνομοσπονδία. Ποτέ στα 8 χρόνια της «δράσης» τους δεν διατυπώσανε μια οποιαδήποτε για την πολιτική κατάσταση γνώμη, ούτε είπανε τι τους χωρίζει από το Κόμμα και σε ποιο σημείο εκτιμούν εκείνοι σωστότερα την κατάσταση και τα καθήκοντα των επαναστατών.

Να μια συνοπτική και σε χοντρές γραμμές εικόνα της αρχειομαρξιστικής οργάνωσης και «εργασίας» μέχρι χτες.

Η «περίοδος μορφώσεως, οργανώσεως και προπαγάνδας» της λικβινταριστικής πλατφόρμας, που την επέβαλε στο κόμμα η σοσιαλιστική δεξιά του, με τη Φεβρουαριανή Συνδιάσκεψη του 1922, στέκει απόλυτα πάνω στην ίδια πολιτική και ιδεολογική βάση με το σύνθημα το αρχειομαρξιστικό «Πρώτα μόρφωση κι ύστερα τ’ άλλα». Και οι δύο κινήσεις εκδηλώνουν στο βάθος την ίδια τάση μέσα στο εργατικό μας κίνημα. Αν μπορούσαμε να διατυπώσουμε το πολιτικό πρόγραμμα του Αρχειομαρξισμού μέχρι το Σεπτέμβρη του 1930, αυτό θα περιλάβαινε τρία μόνον άρθρα: 1) Μόρφωση και μόνο μόρφωση. 2) Πόλεμος κατά του Κ.Κ.Ε. με όλα τα μέσα. 3) Ύστερα, δηλαδή όταν θα «μορφωθούν» οι εργάτες (ή τα «στελέχη») και διαλύσουμε το Κ.Κ.Ε. θα ιδούμε τι θα κάνουμε. Δεν υπάρχει έως τότε μια (αριθμ. 1) πολιτική πράξ&